Παράγοντες κινδύνου σχετιζόμενοι με την Κληρονομικότητα και τα Ατομικά Χαρακτηριστικά

Παράγοντες κινδύνου σχετιζόμενοι με την Κληρονομικότητα και τα Ατομικά Χαρακτηριστικά

Οικογενειακό Ιστορικό Καρκίνου Μαστού

Οι γυναίκες και οι άνδρες με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, ειδικά σε έναν πρώτου βαθμού συγγενή (γονέα, παιδί ή αδελφό), διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για τη νόσο. Εάν υπάρχει 1 συγγενής α’ βαθμού ο κίνδυνος είναι διπλάσιος και γίνεται 3-4 φορές μεγαλύτερος όταν υπάρχουν 2 συγγενείς α’ βαθμού. Αυξάνει δε περισσότερο εάν τα άτομα που νόσησαν ήταν μικρότερα των 50 ετών, εάν είχαν καρκίνο και στους δύο μαστούς, εάν κάποιο από αυτά ήταν άνδρας και εάν νόσησαν και από καρκίνο ωοθηκών. Τα στοιχεία αυτά εκφράζουν πιθανότητες, γεγονός που σημαίνει ότι τα περισσότερα άτομα με οικογενειακό ιστορικό δεν θα νοσήσουν ποτέ από καρκίνο του μαστού, όπως και ότι πολλά άτομα που νόσησαν δεν είχαν κανένα μέλος στην οικογένειά τους με καρκίνο του μαστού.

Γονιδιακή μετάλλαξη

Τα πλέον μελετημένα γονίδια που αυξάνουν τον κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού, αλλά και άλλων οργάνων, είναι τα λεγόμενα Breast Cancer Genes BRCA 1 & 2. Οι υπεύθυνες μεταλλάξεις σε αυτά τα γονίδια είναι σπάνιες καθώς αφορούν λιγότερο από το 1 % του γενικού πληθυσμού. Ευθύνονται όμως για το 5-10% των καρκίνων μαστού στις γυναίκες και το 25% στους άνδρες. Η αύξηση του κινδύνου στους φορείς αυτών των μεταλλάξεων αγγίζει το 70 % για καρκίνο μαστού και 40-60% για καρκίνο ωοθηκών. Παράλληλα, γονίδια υπεύθυνα για ορισμένα σπάνια σύνδρομα (Li Fraumeni, Cowden) έχει βρεθεί επιπλέον ότι αυξάνουν σχετικά τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού ενώ τέλος, αρκετά συχνές μεταλλάξεις σε πάνω από 150 γονίδια προκαλούν μικρή αύξηση του κινδύνου σε συνδυασμό με την επίδραση και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Ατομικό ιστορικό καρκίνου μαστού

Η ανάπτυξη καρκίνου του μαστού θεωρείται ότι αυξάνει σχετικά τον κίνδυνο για ανάπτυξη ενός δεύτερου καρκίνου στον ίδιο (εάν διατηρηθεί) ή τον ετερόπλευρο μαστό. Ο κίνδυνος αυτός περιγράφεται ως 1% ανά έτος. Ωστόσο, με τα σύγχρονα θεραπευτικά μέσα έχει μειωθεί σημαντικά, και συγκεκριμένα στο 0,5% ανά έτος με τη χρήση αντιοιστρογονικής θεραπείας.

Ιστορικό Προδιηθητικών – Προκαρκινικών βλαβών (DCIS- LCIS)

Αντίστοιχα με την επίδραση της διηθητικής βλάβης, η διάγνωση προδιηθητικής νόσου, δηλαδή Ενδοπορικού Καρκινώματος (Ductal Carcinoma In Situ DCIS), θεωρείται ότι αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης διηθητικής νόσου στο σημείο της αλλοίωσης αλλά και σε άλλα σημεία του ιδίου ή του υγιούς μαστού κατά 10 φορές σε σχέση με άτομα που δεν έχουν αντίστοιχη βλάβη. Όσον αφορά στο Λοβιακό Kαρκίνωμα Εν τω Γεννάσθαι (Lobular Carcinoma In Situ), αν και δεν εξελίσσεται το ίδιο σε διηθητικό καρκίνωμα, αυξάνει 7-10 φορές την πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου και στους 2 μαστούς.

Καλοήθεις παθήσεις μαστού

Μια μεγάλη ποικιλία καλόηθων παθήσεων του μαστού έχει περιγραφεί. Δεν σχετίζονται όλες με αυξημένο κίνδυνο για κακοήθεια. Μάλιστα υπάρχει σημαντική διαβάθμιση ανάλογα με το εάν υπάρχει υπερπλασία κυττάρων και ατυπία. Συγκερικμένα παθήσεις χωρίς σημαντικές υπερπλασίες, όπως οι ινοκυστικές αλλαγές δεν θεωρούνται προδιαθεσικοί παράγοντες για καρκίνο μαστού. Μια μικρή αύξηση κινδύνου περιγράφεται για απλές υπερπλαστικές αλλοιώσεις (χωρίς ατυπία κυττάρων και διαταραχές αρχιτεκτονικής) όπως τα ινοαδενώματα, οι βαρείες επιθηλιακές υπερπλασίες και τα θηλώματα. Ενώ οι υπερπλασίες με παρουσία σε σημαντικό βαθμό άτυπων κυττάρων, όπως η άτυπη πορογενής και η άτυπη λοβιακή υπερπλασία (Atypical Ductal Hyperplasia ADH & Atypical Lobular Hyperplasia ALH) θεωρείται ότι αυξάνουν τον κίνδυνο 4-5 φορές, σε σχέση με τα άτομα που δεν έχουν διαγνωστεί με αντίστοιχες βλάβες.

Έμμηνος ρήση

Η περίοδος κατά την οποία εκτίθεται ο μαζικός αδένας στην επίδραση των οιστρογόνων προερχόμενων από την ωοθηκική λειτουργία φαίνεται να παίζει κάποιο ρόλο στην καρκινογένεση. Αυτή η χρονική περίοδος καθορίζεται ουσιαστικά από την έναρξη και την παύση της ωοθηκικής λειτουργίας. Αναφέρεται αύξηση του κινδύνου κατά 20% σε έναρξη της περιόδου πριν την ηλικία των 11 ετών σε σύγκριση με έναρξη μετά τα 13 έτη. Αντίστοιχα, εμμηνόπαυση μετά τα 55 έτη αυξάνει τον κίνδυνο κατά 12 % σε σύγκριση με εμμηνόπαυση στο διάστημα 50-55 έτη.

Πυκνότητα αδένα

Τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί ως παράγοντας κινδύνου η πυκνότητα του μαζικού αδένα. Βασική εκτίμηση αυτής πραγματοποιείται με τη μαστογραφία, που αναδεικνύει τα ινώδη και αδενικά στοιχεία σε σχέση με το λίπος του μαστού. Όταν τα πρώτα υπερτερούν σε σύγκριση με το λίπος έχουμε την εικόνα των πυκνών και πολύ πυκνών μαστών ( > 50%) με αύξηση του κινδύνου 2-4 φορές σε σύγκριση με τους λιπώδεις μαστούς. Η πυκνότητα αυτή είναι γενετικά καθορισμένη αλλά ταυτόχρονα μειώνει και την ευαισθησία της μαστογραφίας να αναδείξει μια αρχόμενη κακοήθεια.

Ύψος

Η συσχέτιση του αυξημένου ύψους με τον καρκίνο του μαστού, όπως και με άλλες κακοήθειες, έχει πραγματοποιηθεί μέσω κάποιων μελετών παρατήρησης, που δίνουν ακόμη και 10 % αύξηση κινδύνου για κάθε 2,5 εκ ύψους. Τα ακριβή αίτια δεν είναι σαφή αλλά πιθανολογούνται διατροφικοί παράγοντες στη νεαρή ηλικία και γενετικοί.

Οστική πυκνότητα

Αναφέρεται αυξημένος κίνδυνος μέχρι 60-80% σε γυναίκες με αυξημένη οστική πυκνότητα σε σύγκριση με μειωμένη. Δεν θεωρείται ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης αλλά μάλλον έμμεσος δείκτης αυξημένης δράσης των οιστρογόνων στον μεταβολισμό των οστών με ενδεχόμενη αυξημένη δράση και στο μαζικό παρέγχυμα.

Ενδογενείς ορμόνες

Παρατηρείται μέχρι και διπλασιασμός του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με αυξημένα επίπεδα ενδογενών οιστρογόνων σε σύγκριση με αυτές που διατηρούν χαμηλά επίπεδα. Ενδέχεται να υπάρχει παρόμοια συσχέτιση και σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που διατηρούν υψηλά επίπεδα οιστρογόνων σε όλες τις φάσεις του εμμηνορυσιακού κύκλου.

Διαβάστε για τους Παράγοντες Κινδύνου Καρκίνου του Μαστού: