Ορμονοθεραπεία Καρκίνου του Μαστού

Ορμονοθεραπεία Καρκίνου του Μαστού

Τα οιστρογόνα είναι ορμόνες που παράγονται ενδογενώς στον οργανισμό, κατά κύριο λόγο από τις ωοθήκες αλλά σε μικρότερες δόσεις και από τη μετατροπή των ανδρογόνων σε οιστρογόνα με τη δράση του ενζύμου αρωματάση σε διάφορους ιστούς του σώματος. Η δράση τους στα κύτταρα του μαστού και του γυναικείου γεννητικού συστήματος είναι ενισχυτική του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και έχει αποδειχθεί ότι παίζουν ρόλο στην καρκινογένεση του μαστού.

Η αντιοιστρογονική ορμονοθεραπεία χορηγείται αποκλειστικά σε όγκους που εκφράζουν τους υποδοχείς των οιστρογόνων και της προγεστερόνης, δηλαδή ορμονοευαίσθητους όγκους. Συνήθως δίνεται ως επικουρική θεραπεία αλλά πλέον και ως νεοεπικουρική. Τα φάρμακα με αντιοιστρογονική δράση έχουν 3 πιθανούς μηχανισμούς:

  • Συνδέονται με τον οιστρογονικό υποδοχέα, εμποδίζοντας τα οιστρογόνα να συνδεθούν και να ασκήσουν τη δράση τους στα κύτταρα του μαστού (στα κύτταρα του ενδομητρίου έχουν ενισχυτική των οιστρογόνων δράση). Για αυτό και χαρακτηρίζονται ως εκλεκτικοί ρυθμιστές του οιστρογονικού υποδοχέα (Selective Estrogen Receptor Modulators- SERMs) με γνωστότερο εκπρόσωπο την ταμοξιφαίνη (Nolvadex). Άλλοι τέτοιοι ρυθμιστές είναι η ραλοξιφαίνη (Evista) και η τορεμιφάινη.
  • Μειώνουν την έκφραση του οιστρογονικού υποδοχέα και δρουν με παρόμοιο τρόπο με την ταμοξιφαίνη. Γνωστότερος εκπρόσωπος είναι η Φουλβεστράνη (Fulvestrant)
  • Αναστέλλουν τη δράση του ενζύμου αρωματάση, που μετατρέπει τα παραγόμενα από τα επινεφρίδια ανδρογόνα σε οιστρογόνα σε διάφορους ιστούς (ήπαρ, μύες, λιπος) και μειώνουν έτσι τα κυκλοφορούντα οιστρογόνα καλούνται Αναστολείς Αρωματάσης, με κυριότερους εκπροσώπους την Αναστραζόλη (Arimidex), τη Λετροζόλη (Femara) και την Εξαμεστάνη (Aromasin)

Όλα λαμβάνονται με τη μορφή δισκίου καθημερινά εκτός από τη Φουλβεστράνη, που χορηγείται σε ενέσιμη μορφή μία φορά το μήνα.
Συχνότερες παρενέργειες είναι:

  • Συμπτώματα Εμμηνόπαυσης (εξάψεις, πονοκέφαλοι, νυχτερινοί ιδρώτες, αλλαγές διάθεσης, κολπική ατροφία)
  • Μυαλγίες, αρθραλγίες (αναστολείς αρωματάσης)
  • Γαστρεντερικά συμπτώματα (ναυτία, δυσκοιλιότητα, διάρροια) (Φουλβεστράνη)

Λιγότερο συχνές αλλά σοβαρές παρενέργειες είναι:

  • Θρομβώσεις, Καρκίνος Ενδομητρίου, Καταρράκτης (Ταμοξιφαίνη)
  • Οστεοπόρωση (Αναστολείς Αρωματάσης)

Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ορμονοευαίσθητους όγκους που εκτιμώνται ως υψηλού κινδύνου για υποτροπή,  συχνά πραγματοποιείται και καταστολή ωοθηκικής λειτουργίας.

Αυτή επιτυγχάνεται:

– φαρμακευτικά, με χορήγηση αναστολέων της Ωχρινοποιητικής Ορμόνης (Luteinizing Hormone Releasing Hormone – LHRH analogues) που παύουν την παραγωγή ορμονών από τις ωοθήκες. Γνωστότεροι αντιπρόσωποι είναι η γοσερελίνη και η λευπρολίδη, που χορηγούνται ενδομυϊκά μία φορά το μήνα έως 3 μήνες.
– χειρουργικά, με ωοθηκεκτομή

Διαβάστε για τη Συστηματική Θεραπεία του Καρκίνου του Μαστού: