Παράγοντες Κινδύνου για Καρκίνο του Μαστού

Παράγοντες Κινδύνου για Καρκίνο του Μαστού

Η επιδημιολογία είναι η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη ανθρώπινων πληθυσμών και την εμφάνιση παθήσεων σε αυτούς. Παρατηρεί διαφορές, τις καταγράφει με μετρήσιμο τρόπο και αναλύει με τη βοήθεια της στατιστικής τα δεδομένα ώστε να καταλήξει σε πιθανές αιτιολογικές σχέσεις μεταξύ νόσων και καταστάσεων που τις προκαλούν με στόχο την πρόληψη και την αιτιολογική αντιμετώπιση αυτών.

Ως Παράγοντες Κινδύνου (Risk Factors) ανάπτυξης μια νόσου χαρακτηρίζονται καταστάσεις που παρατηρούνται πιο συχνά σε άτομα που νόσησαν από την υπό μελέτη νόσο σε σύγκριση με άτομα που δεν δέχονται την επίδραση αυτών των καταστάσεων. Επιπλέον, προσδιορίζονται και παράγοντες που ενδέχεται να έχουν ευεργετική επίδραση, δηλαδή να μειώνουν την πιθανότητα μιας νόσου. Πιο συγκεκριμένα, εάν χαρακτηρίζουμε τον κίνδυνο μιας μέσης πληθυσμιακής ομάδας να νοσήσει από μία πάθηση ίση με 1, κάθε παράγοντας που αυξάνει αυτό τον κίνδυνο περισσότερο από 1 (π.χ. 1,2) θεωρείται επιβαρυντικός ενώ αντίθετα οι παράγοντες που τον κατεβάζουν κάτω από το 1 (π.χ. 0,8) θεωρούνται ευεργετικοί. Είναι λογικό ότι όσο πιο υψηλός είναι ένας Παράγοντας Κινδύνου (π.χ. 2) τόσο ισχυρότερη είναι η επίδραση που ασκεί στην πιθανότητα ενός ατόμου να νοσήσει από τη συγκεκριμένη νόσο.

Για τον καρκίνο του μαστού έχουν προσδιοριστεί με βεβαιότητα αρκετοί τέτοιοι παράγοντες. Για παράδειγμα, περίπου το ένα τρίτο των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με καρκίνο του μαστού πιστεύεται ότι προέρχεται από παράγοντες συμπεριφοράς που μπορούν να τροποποιηθούν, όπως παχυσαρκία, σωματική αδράνεια, χρήση συνδυασμένων ορμονών οιστρογόνου και προγεστίνης, κατανάλωση αλκοόλ και μη θηλασμού. Επίσης, πολλοί παράγοντες κινδύνου φαίνεται να σχετίζονται με τη διάρκεια έκθεσης του μαζικού αδένα σε ορμόνες. Παρόλα αυτά, αρκετοί παράγοντες κινδύνου μας διαφεύγουν ακόμα, ειδικά για πιο ιδιαίτερες μορφές καρκίνων του μαστού με βάση τη σύγχρονη μοριακή ταξινόμησή τους, όπως οι τριπλά αρνητικοί

Παράγοντες κινδύνου σχετιζόμενοι με την Κληρονομικότητα και τα Ατομικά Χαρακτηριστικά

Οικογενειακό Ιστορικό Καρκίνου Μαστού

Οι γυναίκες και οι άνδρες με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, ειδικά σε έναν πρώτου βαθμού συγγενή (γονέα, παιδί ή αδελφό), διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για τη νόσο. Εάν υπάρχει 1 συγγενής α’ βαθμού ο κίνδυνος είναι διπλάσιος και γίνεται 3-4 φορές μεγαλύτερος όταν υπάρχουν 2 συγγενείς α’ βαθμού. Αυξάνει δε περισσότερο εάν τα άτομα που νόσησαν ήταν μικρότερα των 50 ετών, εάν είχαν καρκίνο και στους δύο μαστούς, εάν κάποιο από αυτά ήταν άνδρας και εάν νόσησαν και από καρκίνο ωοθηκών. Τα στοιχεία αυτά εκφράζουν πιθανότητες, γεγονός που σημαίνει ότι τα περισσότερα άτομα με οικογενειακό ιστορικό δεν θα νοσήσουν ποτέ από καρκίνο του μαστού, όπως και ότι πολλά άτομα που νόσησαν δεν είχαν κανένα μέλος στην οικογένειά τους με καρκίνο του μαστού.

Γονιδιακή μετάλλαξη

Τα πλέον μελετημένα γονίδια που αυξάνουν τον κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού, αλλά και άλλων οργάνων, είναι τα λεγόμενα Breast Cancer Genes BRCA 1 & 2. Οι υπεύθυνες μεταλλάξεις σε αυτά τα γονίδια είναι σπάνιες καθώς αφορούν λιγότερο από το 1 % του γενικού πληθυσμού. Ευθύνονται όμως για το 5-10% των καρκίνων μαστού στις γυναίκες και το 25% στους άνδρες. Η αύξηση του κινδύνου στους φορείς αυτών των μεταλλάξεων αγγίζει το 70 % για καρκίνο μαστού και 40-60% για καρκίνο ωοθηκών. Παράλληλα, γονίδια υπεύθυνα για ορισμένα σπάνια σύνδρομα (Li Fraumeni, Cowden) έχει βρεθεί επιπλέον ότι αυξάνουν σχετικά τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού ενώ τέλος, αρκετά συχνές μεταλλάξεις σε πάνω από 150 γονίδια προκαλούν μικρή αύξηση του κινδύνου σε συνδυασμό με την επίδραση και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Ατομικό ιστορικό καρκίνου μαστού

Η ανάπτυξη καρκίνου του μαστού θεωρείται ότι αυξάνει σχετικά τον κίνδυνο για ανάπτυξη ενός δεύτερου καρκίνου στον ίδιο (εάν διατηρηθεί) ή τον ετερόπλευρο μαστό. Ο κίνδυνος αυτός περιγράφεται ως 1% ανά έτος. Ωστόσο, με τα σύγχρονα θεραπευτικά μέσα έχει μειωθεί σημαντικά, και συγκεκριμένα στο 0,5% ανά έτος με τη χρήση αντιοιστρογονικής θεραπείας.

Ιστορικό Προδιηθητικών – Προκαρκινικών βλαβών (DCIS- LCIS)

Αντίστοιχα με την επίδραση της διηθητικής βλάβης, η διάγνωση προδιηθητικής νόσου, δηλαδή Ενδοπορικού Καρκινώματος (Ductal Carcinoma In Situ DCIS), θεωρείται ότι αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης διηθητικής νόσου στο σημείο της αλλοίωσης αλλά και σε άλλα σημεία του ιδίου ή του υγιούς μαστού κατά 10 φορές σε σχέση με άτομα που δεν έχουν αντίστοιχη βλάβη. Όσον αφορά στο Λοβιακό Kαρκίνωμα Εν τω Γεννάσθαι (Lobular Carcinoma In Situ), αν και δεν εξελίσσεται το ίδιο σε διηθητικό καρκίνωμα, αυξάνει 7-10 φορές την πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου και στους 2 μαστούς.

Καλοήθεις παθήσεις μαστού

Μια μεγάλη ποικιλία καλόηθων παθήσεων του μαστού έχει περιγραφεί. Δεν σχετίζονται όλες με αυξημένο κίνδυνο για κακοήθεια. Μάλιστα υπάρχει σημαντική διαβάθμιση ανάλογα με το εάν υπάρχει υπερπλασία κυττάρων και ατυπία. Συγκερικμένα παθήσεις χωρίς σημαντικές υπερπλασίες, όπως οι ινοκυστικές αλλαγές δεν θεωρούνται προδιαθεσικοί παράγοντες για καρκίνο μαστού. Μια μικρή αύξηση κινδύνου περιγράφεται για απλές υπερπλαστικές αλλοιώσεις (χωρίς ατυπία κυττάρων και διαταραχές αρχιτεκτονικής) όπως τα ινοαδενώματα, οι βαρείες επιθηλιακές υπερπλασίες και τα θηλώματα. Ενώ οι υπερπλασίες με παρουσία σε σημαντικό βαθμό άτυπων κυττάρων, όπως η άτυπη πορογενής και η άτυπη λοβιακή υπερπλασία (Atypical Ductal Hyperplasia ADH & Atypical Lobular Hyperplasia ALH) θεωρείται ότι αυξάνουν τον κίνδυνο 4-5 φορές, σε σχέση με τα άτομα που δεν έχουν διαγνωστεί με αντίστοιχες βλάβες.

Έμμηνος ρήση

Η περίοδος κατά την οποία εκτίθεται ο μαζικός αδένας στην επίδραση των οιστρογόνων προερχόμενων από την ωοθηκική λειτουργία φαίνεται να παίζει κάποιο ρόλο στην καρκινογένεση. Αυτή η χρονική περίοδος καθορίζεται ουσιαστικά από την έναρξη και την παύση της ωοθηκικής λειτουργίας. Αναφέρεται αύξηση του κινδύνου κατά 20% σε έναρξη της περιόδου πριν την ηλικία των 11 ετών σε σύγκριση με έναρξη μετά τα 13 έτη. Αντίστοιχα, εμμηνόπαυση μετά τα 55 έτη αυξάνει τον κίνδυνο κατά 12 % σε σύγκριση με εμμηνόπαυση στο διάστημα 50-55 έτη.

Πυκνότητα αδένα

Τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί ως παράγοντας κινδύνου η πυκνότητα του μαζικού αδένα. Βασική εκτίμηση αυτής πραγματοποιείται με τη μαστογραφία, που αναδεικνύει τα ινώδη και αδενικά στοιχεία σε σχέση με το λίπος του μαστού. Όταν τα πρώτα υπερτερούν σε σύγκριση με το λίπος έχουμε την εικόνα των πυκνών και πολύ πυκνών μαστών ( > 50%) με αύξηση του κινδύνου 2-4 φορές σε σύγκριση με τους λιπώδεις μαστούς. Η πυκνότητα αυτή είναι γενετικά καθορισμένη αλλά ταυτόχρονα μειώνει και την ευαισθησία της μαστογραφίας να αναδείξει μια αρχόμενη κακοήθεια.

Ύψος

Η συσχέτιση του αυξημένου ύψους με τον καρκίνο του μαστού, όπως και με άλλες κακοήθειες, έχει πραγματοποιηθεί μέσω κάποιων μελετών παρατήρησης, που δίνουν ακόμη και 10 % αύξηση κινδύνου για κάθε 2,5 εκ ύψους. Τα ακριβή αίτια δεν είναι σαφή αλλά πιθανολογούνται διατροφικοί παράγοντες στη νεαρή ηλικία και γενετικοί.

Οστική πυκνότητα

Αναφέρεται αυξημένος κίνδυνος μέχρι 60-80% σε γυναίκες με αυξημένη οστική πυκνότητα σε σύγκριση με μειωμένη. Δεν θεωρείται ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης αλλά μάλλον έμμεσος δείκτης αυξημένης δράσης των οιστρογόνων στον μεταβολισμό των οστών με ενδεχόμενη αυξημένη δράση και στο μαζικό παρέγχυμα.

Ενδογενείς ορμόνες

Παρατηρείται μέχρι και διπλασιασμός του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με αυξημένα επίπεδα ενδογενών οιστρογόνων σε σύγκριση με αυτές που διατηρούν χαμηλά επίπεδα. Ενδέχεται να υπάρχει παρόμοια συσχέτιση και σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που διατηρούν υψηλά επίπεδα οιστρογόνων σε όλες τις φάσεις του εμμηνορυσιακού κύκλου.

Παράγοντες κινδύνου σχετιζόμενοι με Περιβαλλοντικές και άλλες Επιδράσεις

Ακτινοβολία

Αφορά την ακτινοβολία σε μεγάλες δόσεις, όπως αυτές στις οποίες εκτέθηκαν γυναίκες που επιβίωσαν από την έκρηξη της ατομικής βόμβας καθώς και την θεραπευτική ακτινοβόληση του θώρακα κατά την αντιμετώπιση λεμφωμάτων σε νεαρή ηλικία. Στην δεύτερη αυτή περίπτωση η αύξηση του κινδύνου αρχίζει περίπου 8 χρόνια μετά την έκθεση και συνεχίζει αυξανόμενη μέχρι και 35 έτη μετά, κατατάσσοντας τα άτομα αυτά σε πολύ υψηλό κίνδυνο (> 30 % κατά τη διάρκεια της ζωής τους).

Έκθεση σε Διεθυλστιλβεστρόλη (Diethylstilbestrol- DES)

Μεταξύ των δεκαετιών 1940 και 1960 χορηγήθηκε το σκεύασμα διεθυλστιλβεστρόλη για μείωση του κινδύνου αυτόματων αποβολών. Στη συνέχεια παρατηρήθηκε αύξηση της επίπτωσης του καρκίνου του μαστού (μέχρι και 30%). Θεωρείται ότι ακόμη και θήλεα έμβρυα που εκτέθηκαν στην παραπάνω ουσία παρουσιάζουν μικρή αύξηση του κινδύνου τους για καρκίνο του μαστού.

Περιβαλλοντικά ρυπογόνα

Μελέτες σε πειραματόζωα αποδεικνύουν την καρκινογόνο δράση στο μαζικό αδένα τους πολλών βιομηχανικών παραγώγων, σε μεγάλες δόσεις και συνεχή έκθεση. Κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχθεί ακόμα σε ανθρώπινους πληθυσμούς, που ούτως ή άλλως δέχονται πολύ μικρότερη έκθεση.

Κυλιόμενη νυχτερινή εργασία

Έχει παρατηρηθεί αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του μαστού σε νοσηλεύτριες και συνοδούς καμπίνας αεροσκαφών. Η αύξηση αυτή αποδίδεται στην έκθεση στο φως κατά τις νυχτερινές ώρες με αποτέλεσμα την αναστολή έκκρισης μελατονίνης που θεωρείται προστατευτική ορμόνη για το καρκίνο του μαστού.

Μικρόβια

Νεότερες μελέτες αποδεικνύουν την παρουσία μικροοργανισμών στο παρέγχυμα του μαζικού αδένα, διαφορετικών από τα αντίστοιχα του δέρματος. Και μάλιστα σχετίζουν την αύξηση συγκεκριμένων μικροβιακών πληθυσμών με ανάπτυξη καρκίνου του μαστού αλλά και άλλων κακοηθειών.

Παράγοντες κινδύνου σχετιζόμενοι με την Αναπαραγωγή

Κυήσεις

Αφορά την ακτινοβολία σε μεγάλες δόσεις, όπως αυτές στις οποίες εκτέθηκαν γυναίκες που επιβίωσαν από την έκρηξη της ατομικής βόμβας καθώς και την θεραπευτική ακτινοβόληση του θώρακα κατά την αντιμετώπιση λεμφωμάτων σε νεαρή ηλικία. Στην δεύτερη αυτή περίπτωση η αύξηση του κινδύνου αρχίζει περίπου 8 χρόνια μετά την έκθεση και συνεχίζει αυξανόμενη μέχρι και 35 έτη μετά, κατατάσσοντας τα άτομα αυτά σε πολύ υψηλό κίνδυνο (> 30 % κατά τη διάρκεια της ζωής τους).

Λήψη ορμονών εξωσωματικής γονιμοποίησης

Τα υπάρχοντα δεδομένα είναι μάλλον αντικρουόμενα ως προς την επίδραση των διεγερτικών φαρμάκων της ωοθηκικής λειτουργίας που χρησιμοποιούνται στην εξωσωματική γονιμοποίηση (In Vitro Fertilisation IVF). Σε μελέτες μακροχρόνιας παρακολούθησης δεν αποδεικνύεται αύξηση του κινδύνου από τη χρήση αυτών των φαρμάκων, παρά μόνο σε περιπτώσεις μεγάλου αριθμού προσπαθειών (> 10).

Αντισυλληπτικά

Αναφέρεται μικρή αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του μαστού σε πρόσφατη συστηματική λήψη αντισυλληπτικών (5 χρόνια), σε νεαρή ηλικία και πριν την πρώτη κύηση. Ο κίνδυνος αυτός εξομαλύνεται μετά από 10 έτη από τη διακοπή των φαρμάκων. Επίσης τα στοιχεία αυτά αφορούν παλαιότερα σκευάσματα με μεγάλες δόσεις οιστρογόνων και δεν είναι απόλυτα ταυτοποιημένος ο κίνδυνος από τα νεότερα σκευάσματα που περιέχουν μεγαλύτερες δόσεις προγεστερόνης και παραγώγων της.

Θηλασμός

Αρκετά δεδομένα υποστηρίζουν την ευεργετική επίδραση του θηλασμού για διάστημα 12 μηνών και περισσότερο. Σε μια συγκεντρωτική ανάλυση μεγάλου αριθμού μελετών υπολογίζεται μείωση του κινδύνου 4% για κάθε έτος θηλασμού. Η επίδραση αυτή ενδέχεται να οφείλεται στη διακοπή της εμμήνου ρύσεως κατά τη διάρκεια του θηλασμού ή και στις δομικές αλλαγές που προκαλούνται στον αδένα σε κατάσταση θηλασμού.

Θεραπεία υποκατάστασης μετά την εμμηνόπαυση

Η θεραπεία υποκατάστασης (Hormone Replacement Therapy HRT) μετά την εμμηνόπαυση, η  χρήση δηλαδή ορμονικών σκευασμάτων, είτε συνδυασμού οιστρογόνων – προγεστερόνης είτε μόνο οιστρογόνων, υπήρξε σημαντική τις προηγούμενες δεκαετίες με σκοπό την ανακούφιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης και ίσως την προστασία του καρδιαγγειακού και του μυοσκελετικού συστήματος. Παρατηρήθηκε ωστόσο αυξημένη επίπτωση του καρκίνου του μαστού στις γυναίκες που έκαναν χρήση τέτοιων σκευασμάτων, ενδεχομένως λόγω της αύξησης της πυκνότητας του μαζικού αδένα που προκαλούν. Η αύξηση αυτή ήταν σημαντική, της τάξης του 8% για κάθε χρόνο χρήσης για τα συνδυαστικά σκευάσματα και αμελητέα, της τάξης του 1%, για τα οιστρογονικά. Τα τελευταία ωστόσο επιδρούν και στο ενδομήτριο και δίνονται μόνο σε γυναίκες με υστερεκτομή. Για αυτούς τους λόγους πλέον η χρήση της θεραπείας υποκατάστασης είναι περιορισμένη και βάσει σαφών ενδείξεων που λαμβάνουν υπόψη πολλές παραμέτρους όπως είδος και βαρύτητα συμπτωμάτων,  συνοδά προβλήματα, είδος σκευάσματος, διάρκεια χορήγησης κ.α.

Παράγοντες κινδύνου σχετιζόμενοι με τις Συνήθειες του Ατόμου

Παχυσαρκία αύξηση βάρους

Αποτελεί σταθερό εύρημα μελετών η συσχέτιση αυξημένου βάρους και παχυσαρκίας με διπλασιασμό του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του μαστού στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Πιθανολογούνται διάφοροι μηχανισμοί, όπως αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων λόγω σύνθεσής τους στο περιφερικό λίπος, αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης που επίσης εμπλέκεται στην καρκινογένεση του μαστού ή ακόμα και διαβήτης τύπου II, που συναντάται πιο συχνά σε παχύσαρκα άτομα. Αντίθετα, με άγνωστο ακόμα μηχανισμό, η παχυσαρκία φαίνεται να μειώνει, ακόμα και να υποδιπλασιάζει τον κίνδυνο σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Διατροφή

Η σχέση διατροφής και καρκίνου του μαστού αποτελεί αντικείμενο συνεχιζόμενης έρευνας καθώς οι μέχρι τώρα συσχετίσεις (λιπαρά διατροφής, σόγια κ.α.) δεν έχουν αποδειχθεί με αδιαμφισβήτητο τρόπο. Πρόσφατα αναδεικνύεται σχέση των καροτενωειδών του αίματος, μικροστοιχείων που προέρχονται από τα φρούτα και τα λαχανικά, με μειωμένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού.

Φυσική δραστηριότητα

Η σωματική άσκηση μειώνει των κίνδυνο καρκίνου του μαστού κατά 10-20%, και μάλιστα αναλογικά με την συχνότητα και την ένταση της άσκησης, ανεξάρτητα από το βάρος του ατόμου. Πιθανολογείται μείωση των φλεγμονωδών διεργασιών και του βελτιστοποίηση του ενεργειακού ισοζυγίου.

Κατανάλωση αλκοόλ

Αναφέρεται αύξηση του κινδύνου καρκίνου του μαστού έως και 20 % σε γυναίκες που καταναλώνουν 20-30 γρ αλκοόλ (2-3 αλκοολούχα ποτά) την ημέρα. Πιθανός μηχανισμός είναι η αύξηση των οιστρογόνων, ο μεταβολισμός των οποίων στο ήπαρ επηρεάζεται από την μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ.

Κάπνισμα

Αν και τα δεδομένα δεν είναι επαρκή, καταγράφεται μικρή αύξηση του κινδύνου σε γυναίκες με πρώιμη έναρξη καπνίσματος (πριν την 1η τους κύηση), μακροχρόνια και μεγάλης έντασης.

Παράγοντες που δεν Σχετίζονται με τον Καρκίνο του Μαστού

Διακοπή κύησης

Μελέτες στο παρελθόν συσχέτισαν τις διακοπές κύησεις (αυτόματες και τεχνητές) με αυξημένο κίνδυνο. Αυτές αποδείχθηκαν μεθοδολογικά λανθασμένες και καμία μέχρι τώρα δεν έχει επιβεβαιώσει αυτά τα ευρήματα.

Στηθόδεσμος, Αποσμητικά, Βαφές μαλλιών

Δεν υπάρχει κανένα επιστημονικό δεδομένο που να στηρίζει τη σχέση των παραπάνω με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού.

Ενθέματα σιλικόνης

Δεν έχει αποδειχθεί καμία επίδραση στον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού από τη χρήση ενθεμάτων. Τα τελευταία σχετίζονται με μια σπάνια μορφή λεμφώματος (Anaplastic Large Cell Lymphoma). Η βασική επίδραση των ενθεμάτων έχει να κάνει με τη δυσκολία απεικόνισης  του αδένα στο μαστογραφικό έλεγχο.

Τελική ταξινόμηση

Με βάση τα παραπάνω οι παράγοντες κινδύνου ταξινομούνται σε 3 κατηγορίες:

– πολύ ισχυροί (> 4): ηλικία άνω των 65 ετών, πυκνοί μαστοί, ιστορικό καρκίνου του μαστού  σε ηλικία < 40   ετών, βιοψία με ατυπία, DCIS, LCIS, γνωστή γενετική μετάλλαξη σε BRCA 1  / 2, ακτινοβολία θώρακα σε νεαρή ηλικία, 2 ή περισσότεροι α’ βαθμού συγγενείς με καρκίνο μαστού σε ηλικία < 50 ετών.

– μέτριοι (2-4): ιστορικό καρκίνου του μαστού σε ηλικία > 40 ετών, 1 α’ βαθμού συγγενής με καρκίνο του μαστού, υψηλά επίπεδα οιστρογόνων μετεμμηνοπαυσιακά

– χαμηλοί (< 2): κατανάλωση αλκοόλ, Εβραϊκή καταγωγή Ashkenazi, έκθεση με διαιθυλοστιλβεστρόλη, πρώιμη εμμηναρχή (<12 ετών), καθυστερημένη εμμηνόπαυση (> 55 ετών), μη κύηση ή ηλικία πρώτης πλήρους κύησης > 30 ετών, μη θηλασμός, ύψος, υψηλή κοινωνικοοικονομική κατάσταση, παχυσαρκία (μετεμμηνοπαυσιακή) / αύξηση βάρους, ατομικό ιστορικό καρκίνου των ωοθηκών, καλοήθης υπερπλαστική νόσος χωρίς ατυπία, πρόσφατη και μακροπρόθεσμη θεραπεία υποκατάστασης HRT, πρόσφατη χρήση αντισυλληπτικών.