πρόληψη

Πρόληψη Καρκίνου του Μαστού

ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ

Ως πρόληψη στο πλαίσιο της Υγείας ορίζεται η λήψη μέτρων για την αποφυγή νόσων που αφορούν τα άτομα ή μεγαλύτερους πληθυσμούς. Για την εφαρμογή μέτρων πρόληψης μιας νόσου, λαμβάνονται υπόψιν κάποιες παράμετροι. Συγκεκριμένα:

  • Η πρόληψη αφορά ασυμπτωματικά άτομα, δηλαδή άτομα χωρίς συμπτώματα κάποιας νόσου, που έχουν ωστόσο προδιαθεσικούς παράγοντες για την εμφάνιση αυτής της νόσου.
  • Οι νόσοι στις οποίες επικεντρώνεται η πρόληψη είναι σοβαρές και θέτουν την υγεία του ατόμου σε σημαντικό κίνδυνο, εάν δεν αντιμετωπιστούν πρώιμα. Η δε θεραπεία των νόσων αυτών έχει σοβαρές επιπτώσεις στο άτομο που νοσεί (οικογενειακές, κοινωνικές, οικονομικές, εργασιακές) και στα Συστήματα Υγείας και Εργασίας που καλούνται να καλύψουν τη θεραπεία αυτή.
  • Εάν είναι γνωστά τα αίτια μιας νόσου, τότε εφαρμόζονται μέτρα για εξάλειψη αυτών των αιτίων. Η διαδικασία αυτή αποτελεί την πρωτογενή πρόληψη, δηλαδή την αιτιολογική.
  • Εάν για μια νόσο δεν είναι απόλυτα γνωστά τα αίτια, αλλά αυτή είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί/ θεραπευθεί στην αρχική της έκφανση και πολύ πιο δύσκολο εάν εξελιχθεί, τότε λαμβάνονται μέτρα για την ανίχνευση της νόσου σε ιάσιμο στάδιο. Η διαδικασία αυτή αποτελεί τη δευτερογενή πρόληψη (Screening), την αναζήτηση δηλαδή νόσων σε πρώιμο στάδιο.
  • Η ατομική πρόληψη αφορά κάθε άτομο ξεχωριστά. Ακολουθεί τις ιατρικές οδηγίες που αφορούν στα διάφορα νοσήματα και προσαρμόζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ατόμου (κληρονομικότητας, συνηθειών, κοινωνικού και οικονομικού περιβάλλοντος).
  • Η πληθυσμιακή πρόληψη αφορά σε μεγάλες ομάδες ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά και εφαρμόζεται από τα εκάστοτε συστήματα υγείας, που καλούνται να προστατεύσουν διαφορετικούς πληθυσμούς από ποικίλους κινδύνους και ανάλογα με τις δυνατότητες του κράτους από το οποίο εκπορεύονται. Η πληθυσμιακή πρωτογενής πρόληψη στρέφεται προς την εξάλειψη γνωστών αιτιολογικών παραγόντων για διάφορα νοσήματα, με κυριότερο παράδειγμα τους εμβολιασμούς έναντι σοβαρών μολυσματικών ασθενειών. Από την άλλη, η πληθυσμιακή πρόληψη σε δευτερογενές επίπεδο, δηλαδή αυτό της πρώιμης ανίχνευσης νόσων, κατευθύνεται προς ασθένειες που πληρούν τα παρακάτω κριτήρια:
  • Είναι πολύ συχνές στον πληθυσμό
  • Είναι ιάσιμες εάν ανιχνευθούν πρώιμα
  • Είναι εύκολα ανιχνεύσιμες σε πρώιμο στάδιο

Η σημασία της πρόληψης είναι αδιαμφισβήτητη. Σε ατομικό επίπεδο, η πρόληψη από σοβαρές νόσους:

  • Δίνει τη δυνατότητα της επιμήκυνσης και βελτίωσης της ποιότητας ζωής
  • Προφυλάσσει το οικογενειακό περιβάλλον του ατόμου
  • Εξασφαλίζει την εργασιακή, οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα του ατόμου
  • Δίνει στο άτομο τον έλεγχο πάνω σε θέματα της Υγείας του

Παρόμοια, σε πληθυσμιακό επίπεδο:

  • Εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο υγείας του πληθυσμού
  • Πραγματοποιεί ορθολογικότερη χρήση των υπηρεσιών υγείας (πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας)
  • Κάνει καλύτερη κατανομή των πόρων του συστήματος
  • Προστατεύει συνδεόμενους με την υγεία τομείς της κοινωνίας (οικογένεια, εργασία, οικονομία)

Πρωτογενής Πρόληψη

Με τον καρκίνο του μαστού να είναι ο πιο συχνός καρκίνος στις γυναίκες και με αυξανόμενα ποσοστά διάγνωσης παγκοσμίως, όλες οι γυναίκες θα πρέπει να θεωρούν τον εαυτό τους σε κάποιο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο του μαστού κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Από τα άτομα δε που διαγνώστηκαν με καρκίνο του μαστού, μόνο το 5-10% φέρει ένα γονίδιο που σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού και λιγότερο από το ένα τρίτο έχει οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού. Επομένως, είναι εμφανές ότι πολλοί παράγοντες εμπλέκονται στην καρκινογένεση του μαστού, τόσο περιβαλλοντικοί όσο και γενετικοί.

Γνωρίζουμε αρκετούς παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού, τόσο από τη πλευρά του περιβάλλοντος όσο και από την κληρονομική. Από την οπτική γωνία της πρόληψης ωστόσο , κατατάσσουμε τους παράγοντες κινδύνου σε 2 κατηγορίες:

  • Μη τροποποιήσιμοι παράγοντες: είναι αυτοί που παίζουν ρόλο στον κίνδυνο ανάπτυξης του καρκίνου του μαστού, αλλά το άτομο δεν μπορεί να αλλάξει/ επηρεάσει
  • Τροποποιήσιμοι παράγοντες: είναι αυτοί που ενδεχομένως μπορεί το άτομο να μετριάσει με κατάλληλη προσαρμογή της συμπεριφοράς του.

Μη Tροποποιήσιμοι Παράγοντες Κινδύνου

  • Ηλικία
  • Φυλή και εθνικότητα
  • Οικογενειακό ιστορικό – Γενετική μετάλλαξη
  • Πρόωρη εμμηνόρροια (πρώτη περίοδος) – Τελευταία εμμηνόπαυση (τελευταία περίοδος)
  • Υψηλή μαστογραφική πυκνότητα
  • Ύψος
  • Καλοήθεις προκαρκινικές υπερπλαστικές αλλοιώσεις του μαστού (ατυπία, λοβιακό καρκίνωμα In Situ)
  • Έκθεση σε ιονίζουσα ακτινοβολία
  • Περιβαλλοντική έκθεση σε καρκινογόνα

Τροποποιήσιμοι Παράγοντες Κινδύνου

  • Βάρος και Δείκτης Μάζας Σώματος (Body Mass Index- BMI )
  • Σωματική δραστηριότητα
  • Χρήση αλκοόλ – Kαπνού
  • Ορμονική Θεραπεία Υποκατάστασης (Hormone Replacement Therapy – HRT)
  • Πρώτη Κύηση – Θηλασμός
  • Νυχτερινή βάρδια

Με βάση τα παραπάνω, η γυναίκα με το λιγότερο δυνατό κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού, είναι σε ηλικία μικρότερη των 40 ετών, δεν έχει Εβραϊκή καταγωγή, δεν έχει οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, είχε την 1η έμμηνο ρύση στα 14 έτη, κυοφόρησε πριν την ηλικία των 30 ετών και θήλασε τα παιδιά της για ένα έτος, δεν πήρε ποτέ ορμονικά σκευάσματα (αντισυλληπτικά, φάρμακα διέγερσης ωοθηκών), δεν έχει πολύ μεγάλο ύψος, διατηρεί χαμηλό BMI χωρίς αυξομειώσεις βάρους, έχει έντονη σωματική δραστηριότητα, δεν καταναλώνει αλκοόλ, δεν καπνίζει, δεν έχει νυχτερινό ωράριο εργασίας, δεν έχει κανένα ψηλαφητό εύρημα από τους μαστούς της, έχει χαμηλή μαστογραφική πυκνότητα χωρίς ευρήματα, δεν έχει υποβληθεί ποτέ σε βιοψία, και δεν έχει ποτέ εκτεθεί σε μεγάλες δόσεις ακτινοβολίας (θεραπευτική ή τυχαία). Είναι σαφές ότι η παραπάνω περιγραφή περιλαμβάνει παραμέτρους που δεν καθορίζονται από το ίδιο το άτομο και συνθήκες που ρυθμίζονται από αυτό. Στα πλαίσια της πρωτογενούς πρόληψης του καρκίνου του μαστού η σύσταση είναι η βελτιστοποίηση των τροποποιήσιμων παραγόντων, δηλαδή η αποφυγή παχυσαρκίας και κατανάλωσης αλκοόλ, η σωματική άσκηση, η αποφυγή ορμονικών σκευασμάτων και η το δυνατόν πρωιμότερη τεκνοποίηση με συνοδό θηλασμό.

Δευτερογενής Πρόληψη Καρκίνου του Μαστού

Ακόμη και με την πλήρη τήρηση των συστάσεων της πρωτογενούς πρόληψης όσον αφορά τους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού, παραμένουν οι μη τροποποιήσιμοι με κυριότερο την ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος παραμένει σημαντικός ακόμα και στα άτομα με ευνοϊκούς τους περισσότερους παράγοντες κινδύνου, καθώς σχετίζεται με τη γήρανση του ατόμου. Ο καρκίνος του μαστού είναι η κατεξοχήν νόσος που πληροί τα κριτήρια του Πληθυσμιακού Προσυμπτωματικού ελέγχου (Screening), δηλαδή του ελέγχου σε ομαδικό επίπεδο υγιών ατόμων.  Και αυτό γιατί:

  • Είναι ο πιο συχνός καρκίνος στις γυναίκες
  • Εάν ανιχνευθεί πρώιμα είναι ιάσιμος
  • Μπορεί να ανιχνευθεί με μια εύκολη, οικονομική και προσβάσιμη στο γενικό πληθυσμό εξέταση, τη μαστογραφία, χωρίς σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία του ατόμου
  • Το οικονομικό φορτίο στις υπηρεσίες υγείας για τη θεραπεία της πιο προχωρημένης νόσου είναι σημαντικά μεγαλύτερο από αυτό της θεραπείας σε πρώιμο στάδιο

Πώς πραγματοποιείται η δευτερογενής πρόληψη για τον καρκίνο του μαστού;

Μαστογραφία

Είναι η βασική εξέταση προσυμπτωματικού ελέγχου των μαστών. Έχει αποδειχθεί από σειρά τυχαιοποιημένων μελετών screening σε μεγάλους πληθυσμούς γυναικών, ότι η συμμετοχή μιας γυναίκας σε ένα πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου των μαστών της μειώνει τον κίνδυνο να πεθάνει από καρκίνο του μαστού κατά 20 – 40%. Αν και οι περισσότερες παλαιότερες μελέτες αφορούσαν την αναλογική μαστογραφία, πιο πρόσφατες αποδεικνύουν ότι η ψηφιακή μαστογραφία υπερτερεί σε γυναίκες μικρότερες των 50 ετών και σε γυναίκες με πυκνούς μαστούς ανεξαρτήτως ηλικίας.

Συχνά ερωτήματα για τη χρήση της μαστογραφίας:  

  • Ενδέχεται η ακτινοβολία της μαστογραφίας να προκαλέσει καρκίνο του μαστού;

Η ακτινοβολία που απορροφάται από τους ιστούς κατά τη διενέργεια της μαστογραφίας εκτιμάται αμελητέα, ειδικά στην ψηφιακή μαστογραφία, όπου αναφέρεται δόση ισότιμη με αυτή μιας ακτινογραφίας θώρακος. Επίσης αναφέρεται κίνδυνος 1,3 ενδεχόμενων καρκίνων του μαστού λόγω ακτινοβολίας από τη μαστογραφία για κάθε 100.000 χιλιάδες γυναίκες που εξετάζονται ετησίως από τα 40 έτη, ποσοστό πολύ μικρό σε σχέση με τις κακοήθειες που ανακαλύπτονται με τη μαστογραφία.

  • Συχνά υπάρχουν ευρήματα που οδηγούν σε περεταίρω εξετάσεις ή και βιοψίες χωρίς τελικά να κρύβουν καρκίνο. Πως μπορεί να μειωθεί αυτό;

Είναι αλήθεια ότι σε κάθε 1000 μαστογραφίες που γίνονται, στις 80 θα υπάρξει εύρημα που θα οδηγήσει σε επιπλέον εξέταση και σε 10 από αυτές σε βιοψία, από την οποία θα διαγνωστούν 3 καρκίνοι. Τα τελευταία   χρόνια κερδίζει έδαφος η μαστογραφία – τομοσύνθεση ακριβώς γιατί αθωώνει ύποπτα ευρήματα, ειδικά σε πυκνούς μαστούς, και μειώνει τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα της συμβατικής μαστογραφίας  και άρα τις αρνητικές βιοψίες.

  • Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν βραδέως αναπτυσσόμενοι καρκίνοι, που ενδεχομένως να μην έθεταν ποτέ σε κίνδυνο τη ζωή της γυναίκας, εάν δεν ανιχνεύονταν στη μαστογραφία;

Είναι αλήθεια ότι ορισμένοι καρκίνοι παρουσιάζουν πολύ αργή εξέλιξη, αλλά δεν υπάρχει προς το παρόν απεικονιστική εξέταση ειδική της βιολογικής συμπεριφοράς των καρκίνων ούτε απόλυτη βεβαιότητα για το ότι παραμένουν συνεχώς έτσι και δεν μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους στο χρόνο.

  • Υπάρχουν καρκίνοι που οδηγούν στο θάνατο τη γυναίκα παρά το ότι ανιχνεύθηκαν πρώιμα;

Και αυτό είναι αλήθεια, αλλά και πάλι δεν υπάρχει προς το παρόν άλλη εξέταση που να ανιχνεύει αυτές τις κακοήθειες σε στάδιο λιγότερο επιθετικό.

Κλινική εξέταση

  • περιλαμβάνει τη λήψη του ιστορικού του εξεταζόμενου ατόμου, για εντοπισμό παραγόντων κινδύνου, και ακολουθεί η φυσική εξέταση των μαστών, με επισκόπηση και ψηλάφηση των μαζικών αδένων και των περιοχικών λεμφαδένων της μασχαλιαίας και υπερκλείδιας χώρας. Ταυτόχρονα εξετάζεται και το θωρακικό τοίχωμα (στέρνο, πλευρές, πλευρικά τόξα) που φιλοξενεί το μαζικό αδένα. Απαραίτητη είναι και η καταγραφή των ευρημάτων, ακόμη και φυσιολογικών.  

Μόνη η κλινική εξέταση δεν έχει μεγάλη ευαισθησία και ειδικότητα ακόμη και για τον έμπειρο εξεταστή, καθώς είναι δυνατό να μην εντοπίσει μικρές βλάβες ή και να ανιχνεύσει ευρήματα χωρίς ουσιαστική σημασία. Λειτουργεί όμως συμπληρωματικά με την μαστογραφία, καθώς η τελευταία είναι δυνατό να μην αναδείξει με ευκρίνεια παθολογικές στην ψηλάφηση περιοχές του αδένα, που ενδέχεται να υποκρύπτουν λιγότερο συνηθισμένες κακοήθειες. Εξάλλου, η σφαιρική εκτίμηση του εξεταζόμενου ατόμου γίνεται στο πλαίσιο της κλινικής εξέτασης από τον εξειδικευμένο κλινικό γιατρό που μπορεί να αξιολογήσει το ιστορικό, να διενεργήσει τη φυσική εξέταση και να εκτιμήσει τα απεικονιστικά ευρήματα της μαστογραφίας, ευαισθητοποιώντας ταυτόχρονα τον εξεταζόμενο στη σημασία του ελέγχου και στο νόημα των ευρημάτων. Για τους παραπάνω λόγους, η κλινική εξέταση αποτελεί σημαντικό μέρος του προσυμπτωματικού ελέγχου.

Άλλες εξετάσεις

  • Αυτοεξέταση: αν και έχει στο παρελθόν προβληθεί ως πολύ σημαντική, δεν έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει πραγματικά την επιβίωση από καρκίνο του μαστού. Και αυτό για δύο βασικούς λόγους: είτε οι γυναίκες φοβούνται τη διενέργεια της αυτοεξέτασης, με αποτέλεσμα να την αμελούν, είτε γιατί δεν γνωρίζουν να την πραγματοποιήσουν σωστά και πολύ περισσότερο να εκτιμήσουν τα αποτελέσματα, οπότε υπερτιμούν τα ευρήματα τους. Ως εκ τούτου, συνιστάται προαιρετικά εάν μια γυναίκα θέλει να ακολουθήσει αυτή τη διαδικασία και εφόσον διδαχθεί από τον ιατρό της τη σωστή μέθοδο.
  • Υπερηχογράφημα μαστών: στο πλαίσιο του προσυμπτωματικού ελέγχου έχει θέση στη συμπλήρωση της μαστογραφίας σε πυκνούς μαστούς (ACR 3 – 4) και φυσικά επί ψηλαφητικού ή μαστογραφικού ευρήματος (ογκίδιο, σκίαση, διαταραχή αρχιτεκτονικής) για τη διευκρίνιση της φύσης του ευρήματος (αδενικά στοιχεία, κυστικό ή συμπαγές μόρφωμα κ.α.)
  • Μαγνητική μαστογραφία: έχει θέση στον προσυμπτωματικό έλεγχο ατόμων πολύ υψηλού κινδύνου. Σε άτομα χαμηλού- μέσου κινδύνου η MRI μαστογραφία πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο επί διαφοροδιαγνωστικού προβλήματος με στόχο να αποφευχθεί ίσως μια αρνητική βιοψία.

Πότε ξεκινάει η δευτερογενής πρόληψη, με ποια συχνότητα γίνεται και μέχρι πότε εφαρμόζεται;

Το χρονικό σημείο έναρξης του προσυμπτωματικού ελέγχου των μαστών και η ένταση με την οποία διενεργείται, καθώς και μέχρι ποια ηλικία της γυναίκας συστήνεται, αποτελούν τα τελευταία χρόνια αμφιλεγόμενα σημεία, όχι τόσο σε ιατρικό επίπεδο αλλά κυρίως σε επίπεδο συστημάτων υγείας, που καλούνται άλλωστε να υποστηρίξουν οικονομικά ένα πληθυσμιακό έλεγχο.
Κατευθυντήριες οδηγίες έχουν διαμορφωθεί από διάφορους ιατρικούς οργανισμούς ευρωπαϊκούς, αμερικάνικους και διεθνείς αλλά και εθνικά συστήματα υγείας. Φαίνεται να διαμορφώνεται μια συμφωνία, που προσπαθεί να συγκεράσσει όλες τις τάσεις:

  • Χαμηλός κίνδυνος : Έναρξη στα:
    – 40-45 έτη με ετήσια ή ανά διετία μαστογραφία και κλινική εξέταση
    – 45 – 69 έτη, ετήσια μαστογραφία και κλινική εξέταση
    – 70 και άνω προαιρετικά ανά διετία
  • Υψηλός κίνδυνος : έναρξη ανάλογα με τον προσδιορισμό του υψηλού κινδύνου (π.χ. ισχυρό οικογενειακό ιστορικό, γονιδιακή μετάλλαξη, βιοψία με ατυπία)

– Μαστογραφία ανά έτος
– Κλινική εξέταση και US μαστών ανά 6 μήνες
– MRI μαστογραφία ανά έτος/ επί ενδείξεων

Εξατομικευμένη Πρόληψη

Η έννοια της εξατομίκευσης περνάει σταδιακά από τη στοχευμένη θεραπεία, που ήταν το πρώτο πεδίο στο οποίο εφαρμόστηκε, και στη διαδικασία της δευτερογενούς πρόληψης. Η φιλοσοφία της εξατομικευμένης προσέγγισης λαμβάνει υπόψιν το γεγονός ότι κάθε άτομο, ακόμα και εάν ανήκει σε έναν ευρύτερο πληθυσμό, φέρει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τόσο σε γενετικό όσο και περιβαλλοντικό επίπεδο, τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν κατά τη δημιουργία συστάσεων και την εφαρμογή οδηγιών. Ταυτόχρονα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν οι αξίες, επιθυμίες και δυνατότητες κάθε ατόμου.
Στο πλαίσιο μιας εξατομικευμένης προσέγγισης πρόληψης, ο προσδιορισμός των παραγόντων κινδύνου ενός ατόμου είναι βασικής σημασίας. Συχνά ανευρίσκουμε ποικίλους παράγοντες που έχουν σημαντική ισχύ ο καθένας π.χ μια γυναίκα 42 ετών, αυξημένου BMI με μητέρα με Ca μαστού σε ηλικία 45 ετών, με πολύ πυκνούς μαστούς που έλαβε ορμονικά σκευάσματα για εξωσωματική γονιμοποίηση και τεκνοποίησε στα 40 έτη. Η ακριβής εκτίμηση του κινδύνου είναι μάλλον σύνθετη και για το λόγο αυτό λαμβάνεται υπόψιν ο ισχυρότερος παράγοντας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το οικογενειακό ιστορικό. Επιπλέον, έχουν διαμορφωθεί μαθηματικά μοντέλα που συνυπολογίζουν τους πιο σημαντικούς παράγοντες και καταλήγουν σε ένα συνολικό κίνδυνο για το συγκεκριμένο άτομο. Με βάση αυτά τα μοντέλα (Gail, Tyrer-Cuzek, Myriad, BRCAPRO κλπ) που ποικίλουν ανάλογα με τους παράγοντες στους οποίους δίνουν βαρύτητα, υπολογίζεται ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού κατά τη διάρκεια της ζωής (lifetime risk) του ατόμου. Διαμορφώνονται κατ’αυτό τον τρόπο, 3 διαβαθμίσεις:

o Χαμηλός κίνδυνος: Lifetime Risk 10 % (μικρότερος από 1,7% στα επόμενα 5 χρόνια)
o Μέσος Κίνδυνος: Lifetime Risk 15 – 20% ( > 1,7% στα επόμενα 5 χρόνια)
o Υψηλός κίνδυνος: Lifetime Risk > 25% (> 3 % στα επόμενα 5 χρόνια)

Μάλιστα, σύμφωνα με πρόσφατη αμερικάνικη οδηγία, κάθε γυναίκα πρέπει να έχει την πρώτη συμβουλευτική της συνεδρία με εξειδικευμένο στις παθήσεις του μαστού κλινικό γιατρό στα 30 χρόνια της, ώστε να προσδιοριστεί σε ποια ομάδα κινδύνου ανήκει και να καθοριστεί το πλάνο της παρακολούθησής της. Σε κάθε περίπτωση, ακολουθείται ένα αντίστοιχο πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου με τις κατάλληλες εξετάσεις και την ενδεικνυόμενη συχνότητα αυτών. Για παράδειγμα, σε άλλο πρόγραμμα ελέγχου θα τεθεί μια γυναίκα 30 ετών με γονιδιακή μετάλλαξη και σε διαφορετικό μια γυναίκα 55 ετών, χωρίς οικογενειακό ιστορικό με λιπώδεις μαστούς και ευνοϊκούς παράγοντες κινδύνου (χαμηλό BMI, άσκηση, τεκνοποίηση πριν τα 30 κλπ).

Παρεμβατική Πρόληψη

Για τις γυναίκες με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού (> 20% lifetime risk), εξαιτίας είτε ενός ατομικού ιστορικού προκαρκινικών αλλοιώσεων του μαστού (πορογενής ή λοβιακή ατυπία) είτε λόγω οικογενειακού ιστορικού καρκίνου του μαστού ή συναφών καρκίνων, μπορούν να ληφθούν πρόσθετα μέτρα για τη μείωση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του μαστού. Τα μέτρα αυτά διακρίνονται σε 2 κατηγορίες:

Φαρμακευτικά: χορηγούνται φάρμακα που μειώνουν τη δράση των οιστρογόνων στον οργανισμό. Τα φάρμακα αυτά είναι τα μη στεροειδή αντιοιστρογόνα Ταμοξιφαίνη (Tamoxifen) και Ραλοξιφαίνη (Raloxifene- Evista) και το στεροειδές αντισοιστρογόνο Εξεμεστάνη (Exemestane – Aromasin). Σε σειρά μελετών έχει βρεθεί ότι μειώνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού κατά 50 % στη δεκαετία.

Χειρουργικά: σε ασθενείς με πολύ υψηλό κίνδυνο ή και με μέτριο κίνδυνο και έντονη επιθυμία του ασθενούς, η χειρουργική επέμβαση μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση του κινδύνου καρκίνου του μαστού.

Προφυλακτική Μαστεκτομή: στην περίπτωση αυτή απομακρύνεται όλο το μαζικό παρέγχυμα με μια αμφοτερόπλευρη μαστεκτομή ή όπως αναφέρεται πλέον Επέμβαση Μείωσης Κινδύνου, καθώς με την επέμβαση αυτή η μείωση του κινδύνου εμφάνισης όλων των τύπων καρκίνου του μαστού φτάνει σε ποσοστό το 95-98%. Αυτή η αφαίρεση μπορεί να γίνει ως απλή μαστεκτομή (απομάκρυνση όλων των ιστών του μαστού: παρέγχυμα, δέρμα και σύμπλεγμα θηλής-θηλαίας άλω), ως υποδόρια μαστεκτομή που διατηρεί το δέρμα του μαστού και απομακρύνεται ο αδένας με το σύμπλεγμα της θηλής ή και μαστεκτομή που προστατεύει όλο το δερματικό φάκελο του μαστού (δέρμα και σύμπλεγμα θηλής) και αφαιρεί μόνο το μαζικό παρέγχυμα. Οι προφυλακτικές μαστεκτομές συνδυάζονται συχνά με την ανακατασκευή του μαστού, εάν το επιθυμεί ο ασθενής.

Σαλπιγγοωοθηκεκτομή: η απομάκρυνση των δύο ωοθηκών σε μια προεμμηνοπαυσιακή γυναίκα μπορεί να μειώσει τον μελλοντικό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού ενώ επιπλέον μειώνει και τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου των ωοθηκών, σε γυναίκες φορείς γονιδιακών μεταλλάξεων.

Σχετικά άρθρα